Ο αγαπημένος κρητικός καλλιτέχνης και γνήσιο τέκνο της κρητικής μουσικής παράδοσης Πέτρος Μαρούλης, με μία μοναδική ερμηνεία, ζωντανεύει το συγκλονιστικό έγκλημα που διαδραματίστηκε από τα ναζιστικά στρατεύματα στις παρυφές του Ψηλορείτη, το 1943.
Με σεβασμό και γνώση στην τοπική Ιστορία, ο πολυγραφότατος (με περισσότερα από 2.500 έργα) στιχουργός Ηλίας Παλιεράκης, εξιστορεί με λυρισμό τα γεγονότα και αποδίδει σε κάθε τετράστιχο, την αγριότητα των ναζί, την αυτοθυσία των κρητικών ηρώων, μα και τον θρήνο, των χωριών που μαυροφορέθηκαν.
Η συνθέτρια Έλενα Μανιάτη, σε μία μελωδική αναδρομή, δίνει πνοή σε κάθε στίχο, μέσα από παραδοσιακούς ήχους και χρώματα του χθες και του σήμερα. Λύρα παίζει ο ίδιος ο πολυβραβευμένος μουσικός. Την ενορχήστρωση και τον προγραμματισμό έχει κάνει ο Ιωακείμ Ασλανίδης.
Θερμές ευχαριστίες στον Δήμαρχο Μυλοποτάμου Γεώργιο Κλάδο, στον Αντιδήμαρχο Μυλοποτάμου Μανώλη Καλυβιανάκης, στον Πρόεδρο Κοινότητας Λιβαδίων Μυλοποτάμου Γεώργιο Βάμβουκα, στον Πατέρα Ανδρέα Κόκκινο ΤΟ ΣΠΊΤΙ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ και τον Νικόλαο Φακιδάρη, Συνταξιούχο από την Αγιά Μυλοποτάμου για την συμβολή τους στην ολοκλήρωση του τραγουδιού.
Και φυσικά τον Πέτρο Μαρούλη για την μοναδική του ερμηνεία.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο στιχουργός και η συνθέτρια παρεχώρησαν αφιλοκερδώς το έργο τους, για να τιμήσουν την μνήμη των νεκρών.
Στίχοι:
Τα δάκρυα μου βγαίνουνε
στον αματιών την κόρη
για το μεγάλο έγκλημα
στων Λιβαδιών τα όρη
Δέκα βοσκούς επιάσανε
φτωχούς μα και λεβέντες
στου Ψηλορείτη εβόσκανε
τς’ απότομους τσι δέτες
Με μίσος τσι σκοτώσανε
για να εκδικηθούνε
γι’ αυτούς που με τσι πράξεις τους
θέλαν ν’ αντισταθούνε
Ήρωες κι αν χαθήκατε
η μνήμη σας δεν σβήνει
στου Ψηλορείτη τσι κορφές
αθάνατη θα μείνει
Τ’ άψυχα τους τα κορμιά
κάτω τα’ χαν πετάξει
τσι απειλές απόδειξη
τσι έκαναν και πράξη
Οι ειδικοί τους πήγανε
να πάρουν τα κορμιά τους
με δέος να τα θάψουνε
να τα ‘χουνε κοντά τους
Την ίδια τύχη είχανε
καρτέρι είχαν στήσει
οι Γερμανοί δεν θέλανε
κανέναν τους να ζήσει
Ούτε ο παπάς δεν πρόλαβε
το Δι’ Ευχών να ψάλλει
μία ριπή τον έστειλε
στου Χάρου την αγκάλη
Τριανταδυό άντρες γεροί
με σθένος και ζωντάνια
του Χάρου ανταμώσανε
την μαύρη την ορφάνια
Και άλλοι δυό που γλίτωσαν
ο ένας από τύχη
κι ο άλλος γιατί νόμιζαν
πως είχε ξεψυχήσει
Γουρνόλακκε ξέρω και εσύ
πως αν θα το μπορούσες
το έγκλημα που έγινε
αυτό θα σταματούσες
Γουρνόλακκε ξέρω κι εσύ
ότι τη μέρα εκείνη
αξέχαστη παντοτινά
στσι τόπους σου θα μείνει
Κι αν υπάρξει μιά φορά
τρόπος για να μιλήσεις
ούτε κι εσύ τη δύναμη
θα βρεις να εξηγήσεις
Το τραγούδι κυκλοφορεί από την Song Tuber και σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες.



