Home Album Bob Dylan ¨The Basement Tapes Complete: The Bootleg Series Vol. 11″

    Bob Dylan ¨The Basement Tapes Complete: The Bootleg Series Vol. 11″

    0
    SHARE

    H Columbia Records/Legacy Recordings πρόκειται να κυκλοφορήσουν το The Basement Tapes Complete: The Bootleg Series Vol. 11 του Bob Dylan στις 3 Νοεμβρίου. Η συλλογή περιέχει κομμάτια από αυθεντικές ηχογραφήσεις – μερικές βρέθηκαν πρόσφατα – που αποκαταστάθηκαν με μεγάλη προσοχή. Αυτό το ιστορικό set των έξι cd είναι το απόλυτο ντοκουμέντο των θρυλικών ηχογραφήσεων του Bob Dylan το 1967, με μέλη της μπάντας που είχε στην περιοδεία του, οι οποίοι αργότερα σχημάτισαν τους The Band.

    Παράλληλα, θα κυκλοφορήσει και το The Basement Tapes Raw: The Bootleg Series Vol. 11,  μια έκδοση με 2 CD που θα περιέχει τις καλύτερες στιγμές από την deluxe έκδοση, το οποίο θα κυκλοφορήσει και σε τριπλό βινύλιο.

    Το θρυλικό “Basement Tapes” έχει γοητεύσει πολλές γενιές μουσικών, fan και μουσικών κριτικών. O Bob Dylan γνώρισε την απόλυτη επιτυχία το 1965 και 1966, με την κυκλοφορία των τριών ιστορικών άλμπουμ του, την κυκλοφορία του single “Like A Rolling Stone”,  την αμφιλεγόμενη και ιστορική «ηλεκτρική» του εμφάνιση στο Newport Folk Festival αλλά και τις περιοδείες του σε Αμερική, Ευρώπη και Ηνωμένο Βασίλειο. Η αυξανόμενη φήμη του αλλά και η απίστευτη παραγωγικότητά του, διακόπηκαν απότομα τον Ιούλιο του 1966, όταν ο Dylan είχε ένα σοβαρό ατύχημα με τη μηχανή του.

    Καθώς ανάρρωνε, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας – έπειτα από χρόνια – ο Bob Dylan βρήκε καταφύγιο, μαζί με τους Robbie Robertson, Rick Danko, Richard Manuel, Garth Hudson και αργότερα, τον Levon Helm, στο υπόγειο ενός μικρού σπιτιού, στο West Saugerties, της Νέας Υόρκης. Η μπάντα ονόμασε το μικρό υπόγειο “Big Pink”. Αυτή η κολεκτίβα, που αργότερα θα γινόταν γνωστή ως Bob Dylan and The Band, ηχογράφησε πάνω από 100 τραγούδια μέσα σε μερικούς μήνες, μεταξύ των οποίων παραδοσιακές διασκευές, ειρωνικά και χιουμοριστικά ποιήματα, αυτοσχεδιασμούς, αλλά κυρίως δεκάδες νέα τραγούδια του Dylan, όπως τα κλασσικά “I Shall Be Released“,  “The Mighty Quinn“,  “This Wheel’s On Fire” και “You Ain’t Going Nowhere“.

    Όταν ξεκίνησαν οι φήμες γι’ αυτές τις ηχογραφήσεις, δημιουργήθηκε μια περιέργεια, τόσο μεγάλη, ώστε να «γεννήσει» ένα ολοκαίνουργιο κομμάτι στην μουσική βιομηχανία: τον bootleg δίσκο. Το 1969, ένα άλμπουμ με τον τίτλο Great White Wonder έκανε την εμφάνισή του στα δισκοπωλεία, και η μουσική του Dylan από το καλοκαίρι του 1967 άρχισε να γίνεται μέρος της pop κουλτούρας, και να εισβάλλει στις ψυχές των μουσικόφιλων σε όλο τον κόσμο. Κάθε χρόνο που περνούσε, όλο και περισσότεροι fans αναζητούσαν απελπισμένα να ακούσουν αυτή τη νέα μουσική από τον Bod Dylan.

    Οι πραγματικές ηχογραφήσεις όμως, παρέμειναν στο συρτάρι, μέχρι το 1975, όταν η Columbia αποφάσισε να κυκλοφορήσει 16 από αυτές στο άλμπουμ The Basement Tapes (το οποίο περιλάμβανε και 8 νέα κομμάτια των The Band,  χωρίς τον Dylan).

    To Basement Tapes γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ανέβηκε στο Top 10 των Η.Π.Α και της Αγγλίας, ο John Rockwell των New York Times, το χαρακτήρισε ως ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της ιστορίας της Αμερικάνικης μουσικής,  ο Paul Nelson του Rolling Stone αναφέρθηκε στα κομμάτια ως τα «σκληρότερα, αυστηρότερα, πιο γλυκά, λυπητερά, αστεία, σοφά κομμάτια που είχε ακούσει ποτέ, ο Robert Christgau το βαθμολόγησε με A+ στο Village Voice.

    Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι ηχογραφήσεις του The Basement Tapes άρχισαν να αποτελούν κάτι σαν το Άγιο Δισκοπότηρο, των φανατικών του Dylan.

    The Basement Tapes Complete φέρνει μαζί, για πρώτη φορά, κάθε διασωθείσα ηχογράφηση από τα tapes, ακόμα και αυτές που πρόσφατα βρέθηκαν στο “Red Room”, στο σπίτι του Dylan, στη Νέα Υόρκη. Ο Garth Hudson δούλεψε στενά Καναδό μουσικό αρχειοθέτη και παραγωγό για την αποκατάσταση των πολύ παλιών ηχογραφήσεων.

    Η απόφαση ήταν το The Basement Tapes Complete να παρουσιαστεί χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση. Επιπλέον, σε αντίθεση με την ηχογράφηση του 1975, οι ερμηνείες παρουσιάζονται όσο πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίο είχαν ηχογραφηθεί και ακούγονταν το καλοκαίρι του 1967. Τα κομμάτια ακολουθούν χρονολογική σειρά με βάση το σύστημα αρίθμησης του Garth Hudson.